Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matte
01
ματ, ματ επιφάνεια
the property of having little or no contrast; lacking highlights or gloss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mattes
02
μάτ, μάτ
a mixture of sulfides that forms when sulfide metal ores are smelted
03
μάσκα, στένσιλ
a technique or material used in film and photography to block or obscure parts of an image or scene, often for special effects work or to combine separate elements into a single shot
to matte
01
καθιστώ ματ, μετατρέπω σε ματ
change texture so as to become matted and felt-like
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
matte
γ΄ ενικό πρόσωπο
mattes
ενεστώτα μετοχή
matting
απλός αόριστος
matted
παθητική μετοχή
matted
matte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mattest
συγκριτικός βαθμός
matter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The table had a matte finish that made it look smooth but completely lusterless.
Το τραπέζι είχε μια ματ επικάλυψη που το έκανε να φαίνεται λείο αλλά εντελώς χωρίς λάμψη.



























