Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matrimony
01
γάμος, σύζευξη
the state of being married or the formal institution of marriage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
γάμος, τελετή γάμου
the ceremony or sacrament of marriage
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
matrimonial
matrimony



























