Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matrilineal
01
μητρική γραμμή, σχετικός με τη μητρική καταγωγή
related to a cultural system where lineage and inheritance are traced through the mother's side of the family
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Matrilineal societies trace lineage through mothers.
Οι μητρογραμμικές κοινωνίες ανιχνεύουν την καταγωγή μέσω των μητέρων.
Λεξικό Δέντρο
matrilineally
matrilineal



























