Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mathematical operation
/mˌæθɪmˈæɾɪkəl ˌɑːpɚɹˈeɪʃən/
Mathematical operation
01
μαθηματική πράξη, μαθηματικός υπολογισμός
(mathematics) calculation by mathematical methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mathematical operations



























