Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mathematical operation
01
μαθηματική πράξη, μαθηματικός υπολογισμός
(mathematics) calculation by mathematical methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mathematical operations
LanGeek



























