Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mathematical
01
μαθηματικός, σχετικός με τα μαθηματικά
related to or used in mathematics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Understanding mathematical concepts like algebra and calculus is essential for success in engineering.
Η κατανόηση μαθηματικών εννοιών όπως η άλγεβρα και ο λογισμός είναι απαραίτητη για την επιτυχία στη μηχανική.
02
μαθηματικός, αριθμητικός
relating to or showing skill in working with numbers or calculations
Παραδείγματα
Mathematical thinking is essential in data analysis.
Η μαθηματική σκέψη είναι απαραίτητη στην ανάλυση δεδομένων.
03
ακριβής, αυστηρός
marked by precision, exactness, or logical rigor characteristic of mathematics
Παραδείγματα
A mathematical formula determined the optimal solution.
Ένας μαθηματικός τύπος καθορίζει τη βέλτιστη λύση.
04
θεωρητικά δυνατό, μαθηματικά πιθανό
statistically or theoretically possible but extremely unlikely
Παραδείγματα
Statisticians noted a mathematical risk of error.
Οι στατιστικολόγοι σημείωσαν ένα μαθηματικό κίνδυνο σφάλματος.
05
μαθηματικός, αδιαμφισβήτητος
so certain or exact as to be indisputable
Παραδείγματα
This conclusion represents a mathematical certainty.
Αυτό το συμπέρασμα αντιπροσωπεύει μια μαθηματική βεβαιότητα.
Λεξικό Δέντρο
mathematically
mathematical



























