matched
matched
mæʧt
mācht
/mˈæt‍ʃt/

Ορισμός και σημασία του "matched"στα αγγλικά

01

ταιριασμένος, κατάλληλος

provided with a worthy adversary or competitor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most matched
συγκριτικός βαθμός
more matched
διαβαθμίσιμο
02

ταιριαστός, αρμονικός

going well together; possessing harmonizing qualities

Λεξικό Δέντρο

unmatched
matched
match
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store