Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matched
01
ταιριασμένος, κατάλληλος
provided with a worthy adversary or competitor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most matched
συγκριτικός βαθμός
more matched
διαβαθμίσιμο
02
ταιριαστός, αρμονικός
going well together; possessing harmonizing qualities
Λεξικό Δέντρο
unmatched
matched
match



























