match point
match
mæʧ
μαιτσ
point
pɔɪnt
ποϊντ
/mˈatʃ pˈɔɪnt/

Ορισμός και σημασία του "match point"στα αγγλικά

01

πόντος αγώνα, καθοριστική στιγμή

the moment in tennis when a player needs one more point to win the match
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
match points
Παραδείγματα
She saved match point with a brilliant shot.
Έσωσε το ματς πόντο με μια λαμπρή βολή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store