master plan
mas
ˈmɑ:s
μασ
ter
τα
plan
plæn
πλαιν

Ορισμός και σημασία του "master plan"στα αγγλικά

01

κύριο σχέδιο, μαστερ πλάν

a plan that provides a waypoint to accomplish something difficult 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
master plans
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store