Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Laws
01
Μάστερ Δικαίου, Μαγίστρος Νομικής
a postgraduate degree that provides specialized legal education beyond the basic law degree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Masters of Laws
Παραδείγματα
Maria's decision to pursue an LLM in Intellectual Property Law was influenced by her passion for innovation and creativity.
Η απόφαση της Μαρίας να ακολουθήσει ένα Master of Laws στο Δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας επηρεάστηκε από το πάθος της για καινοτομία και δημιουργικότητα.



























