Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mason bee
01
μελισσοκόφινος, οικοδομική μέλισσα
a type of solitary bee that constructs nests using mud or clay, playing a crucial role in pollination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mason bees



























