martyr
Pronunciation
/ˈmɑɹtɝ/

Ορισμός και σημασία του "martyr"στα αγγλικά

01

μάρτυρας, μαρτύριο

one who suffers for the sake of principle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
martyrs
02

μάρτυρας, νεομάρτυρας

someone who is killed because of their beliefs
Παραδείγματα
The group honored the martyr who sacrificed their life for freedom.
Η ομάδα τίμησε τον μάρτυρα που θυσιάστηκε για την ελευθερία.
to martyr
01

μαρτυρίζω, βασανίζω

torture and torment like a martyr
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
martyr
γ΄ ενικό πρόσωπο
martyrs
ενεστώτα μετοχή
martyring
απλός αόριστος
martyred
παθητική μετοχή
martyred
02

μαρτυρίζω

kill as a martyr

Λεξικό Δέντρο

martyrdom
martyrize
martyr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store