Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Martyr
01
μάρτυρας, μαρτύριο
one who suffers for the sake of principle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
martyrs
02
μάρτυρας, νεομάρτυρας
someone who is killed because of their beliefs
Παραδείγματα
The group honored the martyr who sacrificed their life for freedom.
Η ομάδα τίμησε τον μάρτυρα που θυσιάστηκε για την ελευθερία.
to martyr
01
μαρτυρίζω, βασανίζω
torture and torment like a martyr
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
martyr
γ΄ ενικό πρόσωπο
martyrs
ενεστώτα μετοχή
martyring
απλός αόριστος
martyred
παθητική μετοχή
martyred
02
μαρτυρίζω
kill as a martyr
Λεξικό Δέντρο
martyrdom
martyrize
martyr



























