Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marsupial
01
μαρσιποφόρο, ζώο με θύλακο
any of the order of mammals that carry their young babies in a pouch, such as kangaroos, found either in Australia or Americas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marsupials
marsupial
01
μαρσιποφόρος, σχετικός με τους μαρσιποφόρους
of or relating to the marsupials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























