marshmallow
marsh
ˈmɑ:ʃ
maash
ma
llow
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "marshmallow"στα αγγλικά

01

marshmallow, μαρσμέλο

a sweet made of sugar and gelatin 
marshmallow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
marshmallows

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store