Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to marry
01
παντρεύομαι, παντρεύομαι με
to become someone's husband or wife
Intransitive
Transitive: to marry sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
marry
γ΄ ενικό πρόσωπο
marries
ενεστώτα μετοχή
marrying
απλός αόριστος
married
παθητική μετοχή
married
Παραδείγματα
They plan to marry next summer in a beach ceremony.
Σχεδιάζουν να παντρευτούν το επόμενο καλοκαίρι σε μια τελετή στην παραλία.
02
παντρεύω, τελώ γάμο
to officiate or conduct a marriage ceremony for a couple
Transitive: to marry a couple
Παραδείγματα
They invited their favorite teacher to marry them in an intimate family gathering.
Προσκάλεσαν τον αγαπημένο τους δάσκαλο να τους παντρέψει σε μια οικεία οικογενειακή συγκέντρωση.
Λεξικό Δέντρο
inmarry
marriage
married
marry



























