Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to marry
01
παντρεύομαι, παντρεύομαι με
to become someone's husband or wife
Intransitive
Transitive: to marry sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
marry
γ΄ ενικό πρόσωπο
marries
ενεστώτα μετοχή
marrying
απλός αόριστος
married
παθητική μετοχή
married
Παραδείγματα
She didn't expect to marry so soon, but she fell in love.
Δεν περίμενε να παντρευτεί τόσο σύντομα, αλλά ερωτεύτηκε.
02
παντρεύω, τελώ γάμο
to officiate or conduct a marriage ceremony for a couple
Transitive: to marry a couple
Παραδείγματα
The priest married the couple in a beautiful ceremony at the church.
Ο ιερέας παντρεύτηκε το ζευγάρι σε μια όμορφη τελετή στην εκκλησία.
Λεξικό Δέντρο
inmarry
marriage
married
marry



























