married
ma
ˈmæ
μαι
rried
rid
ριντ
marred

Ορισμός και σημασία του "married"στα αγγλικά

01

παντρεμένος, συζυγικός

having a wife or husband 
married definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relationship, status, society
Παραδείγματα
He is married and has two children 

Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.

1.1

παντρεμένος, συζυγικός

relating to marriage 
married definition and meaning
01

παντρεμένος, παντρεμένη

a person who is married 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
marrieds

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unmarried
married
marry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store