Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marginalisation
01
περιθωριοποίηση
the social process of becoming or being made marginal (especially as a group within the larger society)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























