maple syrup
ma
ˈmeɪ
μει
ple
pəl
παλ
sy
σι
rup
rəp
ραπ

Ορισμός και σημασία του "maple syrup"στα αγγλικά

01

σιρόπι σφενδάμου, σάλτσα σφενδάμου

a sweet sauce that is taken from the sap of the sugar maple, often served with pancakes 
maple syrup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She poured maple syrup over her pancakes. 

Έριξε σιρόπι σφενδάμου πάνω στις τηγανίτες της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store