Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to map out
01
σχεδιάζω, οργανώνω
to plan or arrange something in a careful and detailed way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
map
ενεστώτας
map out
γ΄ ενικό πρόσωπο
maps out
ενεστώτα μετοχή
mapping out
απλός αόριστος
mapped out
παθητική μετοχή
mapped out



























