map out
map
mæp
μαιπ
out
aʊt
αουτ
/mˈap ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "map out"στα αγγλικά

to map out
01

σχεδιάζω, οργανώνω

to plan or arrange something in a careful and detailed way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
map
ενεστώτας
map out
γ΄ ενικό πρόσωπο
maps out
ενεστώτα μετοχή
mapping out
απλός αόριστος
mapped out
παθητική μετοχή
mapped out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store