manus
ma
ˈmæ
μαι
nus
nəs
νασ
magusminusmanismalus

Ορισμός και σημασία του "manus"στα αγγλικά

01

χέρι, πιαστική άκρη του άνω άκρου

the (prehensile) extremity of the superior limb 
manus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hands

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store