Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manufacturing plant
/mˌænjuːfˈæktʃɚɹɪŋ plˈænt/
Manufacturing plant
01
εργοστάσιο παραγωγής, μονάδα παραγωγής
a plant consisting of one or more buildings with facilities for manufacturing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manufacturing plants



























