Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manse
01
αρχοντικό, επίσημη κατοικία
a large and imposing house
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
manses
1.1
εφημέριο, κατοικία του υπουργού
(particularly in Scotland) the place of residence of a Christian minister
LanGeek



























