academism
a
ə
ē
ca
ˈkæ
de
mi
mi
sm
zəm
zēm
academicism

Ορισμός και σημασία του "academism"στα αγγλικά

01

ακαδημαϊσμός, σχολαστική ορθοδοξία

orthodoxy of a scholastic variety 
academism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
academisms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

academism
academe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store