Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Academism
01
ακαδημαϊσμός, σχολαστική ορθοδοξία
orthodoxy of a scholastic variety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
academism
academe



























