academism
Pronunciation
/ɐkˈædəmiˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "academism"στα αγγλικά

01

ακαδημαϊσμός, σχολαστική ορθοδοξία

orthodoxy of a scholastic variety
academism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store