manhole
man
ˈmæn
μαιν
hole
ˌhoʊl
χουλ
/mˈænhə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "manhole"στα αγγλικά

01

καπάκι, φρεάτιο ελέγχου

a covered opening in a roadway or street used for access to underground utilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manholes
Παραδείγματα
The manhole was marked with reflective tape for visibility.
Ο άντρας σημειώθηκε με αντανακλαστική ταινία για ορατότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store