Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Academicism
01
ακαδημαϊσμός
the use of formal rules and traditions in art or literature, abandoning unorthodox methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
academicism
academic
academe



























