Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manakin
01
μανάκιν, μικρό
a small, colorful bird found in tropical forests known for its vibrant plumage and unique courtship displays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manakins
02
μανεκέν, κούκλα σε φυσικό μέγεθος
a life-size dummy used to display clothes
03
μανεκέν, μοντέλο
a woman who wears clothes to display fashions



























