Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aspiring
01
φιλοδοξών, φιλόδοξος
wanting or trying to succeed in something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aspiring
συγκριτικός βαθμός
more aspiring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ambition, personality, goals
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aspiring
aspire



























