aspiring
as
ˈəs
ασ
pi
paɪə
παιε
ring
rɪng
ρινγκ
assuring

Ορισμός και σημασία του "aspiring"στα αγγλικά

01

φιλοδοξών, φιλόδοξος

wanting or trying to succeed in something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aspiring
συγκριτικός βαθμός
more aspiring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ambition, personality, goals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aspiring
aspire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store