to maltreat
malt
ˈmælt
μαιλτ
reat
ri:t
ριτ

Ορισμός και σημασία του "maltreat"στα αγγλικά

to maltreat
01

κακομεταχειρίζομαι, καταχρώμαι

to treat someone or something with cruelty or violence, often causing harm or suffering 
Transitive: to maltreat sb/sth
to maltreat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maltreat
γ΄ ενικό πρόσωπο
maltreats
ενεστώτα μετοχή
maltreating
απλός αόριστος
maltreated
παθητική μετοχή
maltreated
Παραδείγματα
The abusive father was arrested for maltreating his children, leaving them with physical and emotional scars. 

Ο βίαιος πατέρας συνελήφθη για κακοποίηση των παιδιών του, αφήνοντάς τους με σωματικές και συναισθηματικές ουλές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

maltreated
maltreater
maltreatment
maltreat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store