Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maltreat
01
κακομεταχειρίζομαι, καταχρώμαι
to treat someone or something with cruelty or violence, often causing harm or suffering
Transitive: to maltreat sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maltreat
γ΄ ενικό πρόσωπο
maltreats
ενεστώτα μετοχή
maltreating
απλός αόριστος
maltreated
παθητική μετοχή
maltreated
Παραδείγματα
It is unacceptable to maltreat vulnerable individuals, such as refugees or asylum seekers, who are seeking safety and protection.
Είναι απαράδεκτο να κακομεταχειρίζεστε ευάλωτα άτομα, όπως πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο, που αναζητούν ασφάλεια και προστασία.
Λεξικό Δέντρο
maltreated
maltreater
maltreatment
maltreat



























