maltose
mal
ˈmɔ:l
μολ
tose
təʊz
τεουζ

Ορισμός και σημασία του "maltose"στα αγγλικά

01

μαλτόζη, ζάχαρη βύνης

a sugar formed by two glucose molecules linked together, commonly found in malted foods and used in brewing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
maltoses
Παραδείγματα
The brewer uses maltose during the beer fermentation process. 

Ο ζυθοποιός χρησιμοποιεί μαλτόζη κατά τη διαδικασία ζύμωσης της μπύρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store