Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maltese
01
μαλτέζικα, μαλτέζικη γλώσσα
the official language of Malta that has Semitic roots
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
Μαλτέζ, Σκύλος Μαλτέζ
breed of toy dogs having a long straight silky white coat
03
Μαλτέζος, κάτοικος της Μάλτας
a native or inhabitant of Malta
04
ένας όρος που εφαρμόζεται αδιακρίτως στις Ηνωμένες Πολιτείες σε οποιαδήποτε γκριζογάλαθη γάτα με κοντό τρίχωμα, Μαλτέζικη
a term applied indiscriminately in the United States to any short-haired bluish-grey cat
maltese
01
μαλτέζικος
of or relating to the island or republic of Malta or its inhabitants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























