asphyxiator
as
as
ασ
phyx
ˈfɪk
φικ
ia
ˌsɪeɪ
σιει
tor
tər
ταρ
/ɐsfˈɪksɪˌeɪtə/

Ορισμός και σημασία του "asphyxiator"στα αγγλικά

01

χειροκίνητος πυροσβεστήρας, χειροκίνητη συσκευή πυρόσβεσης

a manually operated device for extinguishing small fires
asphyxiator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asphyxiators
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store