Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maker
01
κατασκευαστής, δημιουργός
a person who makes things
02
κατασκευαστής, παραγωγός
a business engaged in manufacturing some product
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κατασκευαστής, δημιουργός
κατασκευαστής, παραγωγός