maker
Pronunciation
/ˈmeɪkər/

Ορισμός και σημασία του "maker"στα αγγλικά

01

κατασκευαστής, δημιουργός

a person who makes things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
makers
02

κατασκευαστής, παραγωγός

a business engaged in manufacturing some product
03

Δημιουργός, Ποιητής

God, emphasizing the role of God as the creator and sustainer of all existence
Παραδείγματα
The beauty of nature is often seen as a reflection of the Maker ’s work.
Η ομορφιά της φύσης συχνά θεωρείται ως αντανάκλαση του έργου του Δημιουργού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store