Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make off
[phrase form: make]
01
το σκάω, δραπετεύω
to leave quickly, often in order to escape or avoid someone or something
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make off
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes off
ενεστώτα μετοχή
making off
απλός αόριστος
made off
παθητική μετοχή
made off
Παραδείγματα
He tried to make off with the documents but was caught at the door.
Προσπάθησε να φύγει με τα έγγραφα αλλά πιάστηκε στην πόρτα.



























