to make off
make
meɪk
meik
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "make off"στα αγγλικά

to make off
01

το σκάω, δραπετεύω

to leave quickly, often in order to escape or avoid someone or something 
Intransitive
to make off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make off
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes off
ενεστώτα μετοχή
making off
απλός αόριστος
made off
παθητική μετοχή
made off
Παραδείγματα
The thief made off after robbing the bank. 

Ο κλέφτης έφυγε αφού λήστεψε την τράπεζα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store