to make it
make
meɪk
meik
it
ɪt
it

Ορισμός και σημασία του "make it"στα αγγλικά

to make it
01

τα καταφέρνω, επιτυγχάνω

to succeed in achieving something or a goal 
to make it definition and meaning
Παραδείγματα
She worked hard and finally made it as a doctor. 

Δούλεψε σκληρά και τελικά τα κατάφερε ως γιατρός.

02

συγχωνεύω, αμαλγαμώνω

characterized by or tending toward amalgamation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
it
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make it
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes it
ενεστώτα μετοχή
making it
απλός αόριστος
made it
παθητική μετοχή
made it
03

επιβιώνω, τα καταφέρνω

to continue to live, particularly in spite of danger or hardship 
Παραδείγματα
The doctors said he might not make it through the night. 

Οι γιατροί είπαν ότι μπορεί να μην τα καταφέρει να περάσει τη νύχτα.

04

φτάνω, καταφέρνω να έρθω

to successfully reach or attend a place or event 
Παραδείγματα
I won't be able to make it tonight. 

Δεν θα μπορέσω να έλθω απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store