Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make it
01
τα καταφέρνω, επιτυγχάνω
to succeed in achieving something or a goal
Παραδείγματα
He made it big in Hollywood after years of struggle.
Πέτυχε στο Χόλιγουντ μετά από χρόνια αγώνα.
02
συγχωνεύω, αμαλγαμώνω
characterized by or tending toward amalgamation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
it
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make it
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes it
ενεστώτα μετοχή
making it
απλός αόριστος
made it
παθητική μετοχή
made it
03
επιβιώνω, τα καταφέρνω
to continue to live, particularly in spite of danger or hardship
Παραδείγματα
We did not think the plant would make it through the winter.
Δεν πιστεύαμε ότι το φυτό θα επιβίωνε τον χειμώνα.
04
φτάνω, καταφέρνω να έρθω
to successfully reach or attend a place or event
Παραδείγματα
He barely made it on time for the train.
Μόλις κατάφερε να φτάσει έγκαιρα στο τρένο.



























