majesty
ma
ˈmæ
μαι
jes
ʤəs
τζασ
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "majesty"στα αγγλικά

01

μεγαλειότητα, κυριαρχία

a title used to address a king or queen with respect 
majesty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
majesties
αρσενικό ενικό
His Majesty
θηλυκό ενικό
Her Majesty
neutral form
Your Majesty
Παραδείγματα
During the ceremony, the guests stood in awe as the Majesty made her entrance. 

Κατά τη διάρκεια της τελετής, οι επισκέπτες στάθηκαν με δέος καθώς Η Μεγαλειότητά Της έκανε την είσοδό της.

02

μεγαλοπρέπεια, μεγαλειότητα

impressive greatness in size, scale, or appearance 
Παραδείγματα
The mountains rose with breathtaking majesty. 

Τα βουνά υψώθηκαν με εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store