Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
majestic
01
μεγαλοπρεπής, επίσημος
impressive and noble, often with a grand or dignified appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most majestic
συγκριτικός βαθμός
more majestic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The majestic eagle soared through the sky with grace and power.
Ο μεγαλοπρεπής αετός πετούσε στον ουρανό με χάρη και δύναμη.
02
μεγαλοπρεπής, αυτοκρατορικός
majestic in manner or bearing; superior to mundane matters
Λεξικό Δέντρο
majestic
majest



























