Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maintenance man
01
τεχνικός συντήρησης, επιδιορθωτής
a skilled worker whose job is to repair things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maintenance men



























