Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ask out
[phrase form: ask]
01
καλώ σε ραντεβού, ζητώ να βγούμε
to invite someone on a date, particularly a romantic one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
ask
ενεστώτας
ask out
γ΄ ενικό πρόσωπο
asks out
ενεστώτα μετοχή
asking out
απλός αόριστος
asked out
παθητική μετοχή
asked out
Παραδείγματα
He's too shy to ask his classmate out.
Είναι πολύ ντροπαλός για να καλέσει τον συμμαθητή του έξω.
02
προσκαλώ έξω, ζητώ να βγούμε
to invite someone to go somewhere with one, usually for a social or leisure activity
Παραδείγματα
I asked my friend out for coffee.
Προσκάλεσα τον φίλο μου για έναν καφέ.



























