to ask out
ask
ask
ask
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "ask out"στα αγγλικά

to ask out
01

καλώ σε ραντεβού, ζητώ να βγούμε

to invite someone on a date, particularly a romantic one 
to ask out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
ask
ενεστώτας
ask out
γ΄ ενικό πρόσωπο
asks out
ενεστώτα μετοχή
asking out
απλός αόριστος
asked out
παθητική μετοχή
asked out
Παραδείγματα
I asked her out to dinner, and she said yes! 

Της ζήτησα να βγούμε για δείπνο, και είπε ναι!

02

προσκαλώ έξω, ζητώ να βγούμε

to invite someone to go somewhere with one, usually for a social or leisure activity 
Παραδείγματα
We were asked out by our classmates for a picnic. 

Μας προσκάλεσαν οι συμμαθητές μας για ένα πικνίκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store