Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Magpie
01
καρακάξα, κίσσα
a black-and-white crow with a long tail that is noted for its intelligence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
magpies
02
σακουλάς, συλλέκτης
someone who collects things that have been discarded by others
03
φλύαρος καρακάξα, φλύαρος
an obnoxious and foolish and loquacious talker
Λεξικό Δέντρο
magpie
mag
pie



























