Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magnetically
01
μαγνητικά, με μαγνητισμό
in a way that involves magnets or magnetism
Παραδείγματα
The refrigerator door seals magnetically to keep the cold air inside.
Η πόρτα του ψυγείου κλείνει μαγνητικά για να διατηρεί τον κρύο αέρα μέσα.
02
μαγνητικά, σαν από μαγνητισμό
as if by magnetism



























