magical ability
ma
ˈmæ
μαι
gi
ʤɪ
τζι
cal
kəl
καλ
a
a
α
bi
μπι
li
λα
ty
ti
τι
/mˈadʒɪkəl ɐbˈɪlətˌi/

Ορισμός και σημασία του "magical ability"στα αγγλικά

Magical ability
01

μαγική ικανότητα, μαγική δύναμη

an ability to perform magic
magical ability definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
magical abilities
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store