machination
ma
ˌmæ
μαι
chi
κι
na
ˈneɪ
νει
tion
ʃən
σαν
suppurationdehydrationtittivationstagflation

Ορισμός και σημασία του "machination"στα αγγλικά

01

μηχανεύματα, δολοπλοκία

a secret or clever plot, typically with a sinister purpose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
machinations
Παραδείγματα
The villain's machination to seize power failed. 

Η μηχανορραφία του κακού για να καταλάβει την εξουσία απέτυχε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

machination
machinate
machine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store