Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Macadam
01
μακαδάμ, επιφάνεια μακαδάμ
a paved surface having compressed layers of broken rocks held together with tar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
macadams
02
μακαδάμ, επίστρωση μακαδάμ
a type of road construction that uses layers of compacted crushed stone, bound with tar or asphalt
Παραδείγματα
The macadam pavement provided a stable driving surface.
Το μακαδάμ δρόμου παρείχε μια σταθερή επιφάνεια οδήγησης.
Λεξικό Δέντρο
macadamize
macadam



























