Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
μαμά, μητέρα
informal terms for a mother
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mas
αρσενικό ενικό
pa
θηλυκό ενικό
ma
neutral form
parent



























