Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lyrical
01
λυρικός, κατάλληλος για τραγούδι
suitable for or suggestive of singing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lyrical
συγκριτικός βαθμός
more lyrical
διαβαθμίσιμο
02
λυρικός, ποιητικός
expressing deep personal emotion or observations, often in a highly poetic or musical manner
Παραδείγματα
The filmmaker 's cinematography had a lyrical quality, conveying complex emotions through visual storytelling.
Η κινηματογραφία του σκηνοθέτη είχε μια λυρική ποιότητα, μεταφέροντας σύνθετα συναισθήματα μέσα από οπτική αφήγηση.
Λεξικό Δέντρο
lyricality
lyrical
lyric



























