lyrical
ly
ˈlɪ
li
ri
ri
cal
kəl
kēl
acriticalleviticalsatyricalempirical

Ορισμός και σημασία του "lyrical"στα αγγλικά

01

λυρικός, κατάλληλος για τραγούδι

suitable for or suggestive of singing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lyrical
συγκριτικός βαθμός
more lyrical
διαβαθμίσιμο
02

λυρικός, ποιητικός

expressing deep personal emotion or observations, often in a highly poetic or musical manner 
Παραδείγματα
The lyrical prose of the poem captivated readers with its vivid imagery and emotional resonance. 

Η λυρική πεζογραφία του ποιήματος γοήτευσε τους αναγνώστες με τις ζωηρές εικόνες και τη συναισθηματική αντήχηση.

Λεξικό Δέντρο

lyricality
lyrical
lyric
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store