Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ashbin
01
σκουπιδοτενεκές, κάδος απορριμμάτων
a bin that holds rubbish until it is collected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ashbins
Λεξικό Δέντρο
ashbin
ash
bin



























