to lynch
lynch
lɪnʧ
linch
lunch

Ορισμός και σημασία του "lynch"στα αγγλικά

to lynch
01

λιντσάρω, σκοτώνω χωρίς δίκη

to kill someone without legal approval 
Transitive: to lynch sb
to lynch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lynch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lynches
ενεστώτα μετοχή
lynching
απλός αόριστος
lynched
παθητική μετοχή
lynched
Παραδείγματα
The angry mob decided to lynch the accused without waiting for a trial. 

Το θυμωμένο πλήθος αποφάσισε να λιντσάρει τον κατηγορούμενο χωρίς να περιμένει δίκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lynching
lynch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store