Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lymphocyte
01
λεμφοκύτταρο, ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων που εμπλέκεται στην ανοσοαπόκριση
a type of white blood cell involved in the immune response, responsible for recognizing and destroying foreign invaders in the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lymphocytes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lymphocytic
lymphocyte



























