Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lyceum
01
λύκειο, δευτεροβάθμια σχολική μονάδα
a school for students intermediate between elementary school and college; usually grades 9 to 12
02
λύκειο, δημόσια αίθουσα
a public hall for lectures and concerts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lyceums



























